Ζήσης Σκάρος: Οι ρίζες και οι πηγές του Μέρος 1

 

Το χωριό του Ζήση Σκάρου, τα Κανάλια

Το χωριό του Ζήση Σκάρου (για μας, τους συμπατριώτες του, γνωστού και ως Αποστόλου Ζήση) είναι τα Κανάλια της Καρδίτσας. Ένα όμορφο – παραδοσιακό και προσήλιο χωριό στα ριζά της Νότιας Πίνδου (ή καλύτερα των Αγράφων, καθώς η ιστορία των βουνών αυτών συνδέεται άμεσα με την ονομασία τους).

Του Κωνσταντίνου Δ. Αποστολόπουλου

Ομ. Καθηγητή Πανεπιστημίου, Λογοτέχνη-Συγγραφέα

Τα Κανάλια, ένα από τα μπαλκόνια των Αγράφων στον Θεσσαλικό Κάμπο, κατά τις δεκαετίες του 1910, του ’20 και του ’30 ακόμα (δεκαετίες που πότισαν τις ρίζες του Σκάρου), ανήκαν στα δυνατά καπνοχώρια της περιοχής και έδινε μυρωδάτα καπνά ανατολικού τύπου. Ο λογοτέχνης έζησε, μέχρι το μεδούλι του, την καλλιέργεια του καπνού• και προπάντων, από τα πρώτα παιδικά του χρόνια, το αρμάθιασμα και την ξήρανση, μέχρι τον ερχομό του εμπόρου. Αναμφίβολα, μικρός πολύ ακόμα, πριν καν περάσει την πόρτα του Δημοτικού Σχολείου, ο Σκάρος είχε εικόνες και ακούσματα από την αγροτική ζωή των δικών του και των συγχωριανών του.

Η ζωή του στο χωριό

Κι όλα αυτά μαζί (εικόνες και ακούσματα), σε συνδυασμό και με το «τσαγανό» που φόρεσε μέσα του, καθώς «φύτρωνε» στην κοιλιά της μάνας του, έκαμαν ένα παιδί προβληματισμένο για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Για τις ατέλειωτες ώρες και τα αμέτρητα μεροκάματα των μεγάλων (γιατί όχι όμως και των μικρών), για νά ‘ρθει και να γίνει ο καπνός έτοιμος για τον καπνέμπορο. Και σαν αυτός ανηφόριζε κατά το χωριό, ο προβληματισμός του μικρού Σκάρου άλλαζε «μετερίζι», καθώς έβαζε «αυτί» για να δει αν οι δικοί του «θα τα βρουν» με τον καπνέμπορο! Και τι θα πει «θα τα βρουν»; Μα, απλούστατα, και τα μικρά παιδιά γνώριζαν ότι αυτή η φράση ήταν «το κλειδί» για καλύτερη ζωή, δηλαδή: γεμάτα με φαγητό τσουκάλια, φανέλες και παπούτσια, και κάποιες φορές και «καλούδια» ακόμα, από τη μικρή, κοντινή τους πόλη, την Καρδίτσα.

Άλλωστε, νύχτα-μέρα η κουβέντα των μεγάλων, αυτή που κυριαρχούσε στα χαγιάτια των καπνεργατριών και στα καφενεία των ανδρών ήταν μία: οι τιμές που θα δώσει ο έμπορας! Γιατί αν οι τιμές αυτές ήταν χαμηλές και ανεπιθύμητες για τους καπνοπαραγωγούς, τότε «παραμόνευε» ο τοκογλύφος.

Ο κάμπος από το μπαλκόνι του σπιτιού του

Και πέρα από τα καπνοχώραφα, οι ρίζες του Σκάρου απλώνονται στα σταροκρίθαρα του χειμώνα και στα καλαμπόκια της άνοιξης και του καλοκαιριού. Όλα αυτά που ήταν αναγκαία για μια κλειστή αγροτική και οικιακή οικονομία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Ανατρέχοντας στις ρίζες του ταλαντούχου λογοτέχνη, μέσα από τις μεστές διηγήσεις του για το χωριό του, για το βουνό, αλλά και για τον Κάμπο που απλωνόταν μπροστά του, συναντάμε το ισχυρό δέσιμό του με τον τόπο του. Πρώτα οι ιστορίες των μεγάλων και ύστερα τα δικά του βιώματα, όλα αυτά μαζί ζυμώνονταν μέσα στο πολυτάλαντο «είναι» του, για να τον αναστατώνουν και να τον φέρνουν στη μεγάλη αποκάλυψη του εσωτερικού του κόσμου. Ο ίδιος ο λογοτέχνης, θέλοντας να εκφράσει αυτόν τον ανάστατο κόσμο που φώλιαζε μέσα του, καθώς ήταν τόσο παραγωγικός στην ψυχή και στον νου του (όσο και ο κάμπος που θωρούσε μπροστά του), γράφει:

«Είναι κάτι παλιές ιστορίες που έρχονται κάθε τόσο στον νου σου όλο και πιο ζωντανές, όλο και πιο επίμονες, λες και τις τρέφει ο χρόνος. Μία τέτοια ιστορία είναι και τούτη, που μισή την έχω ακούσει, μισή την έχω διαβάσει, ολοκληρώθηκε μέσα μου και δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω. Όσο την κρατάω φυλακισμένη, τόσο τη νιώθω να κλοτσάει και να με παιδεύει. Θα τη λευτερώσω, να βρει την τύχη της…».

Ο Καναλιώτης Σκάρος ήταν ένας Θεσσαλός κάπως ανάμικτος, αλλού τον συναντάς καμπίσιο και κάποιες φορές τον βλέπεις ορεινό και βουνίσιο• τις περισσότερες φορές όμως φαίνεται πως είναι και τα δύο. Η θέση του χωριού του στην πανέμορφη και προσήλια πλαγιά των Αγράφων, τον είχε κατακτήσει κυριολεκτικά. Να, πώς περιγράφει ο λογοτέχνης σ’ ένα από τα μυθιστορήματά του (και συγκεκριμένα στον «Αιχμάλωτο») την ανατολή στο χωριό του, τα Κανάλια:

Τα Κανάλια με το μάτι του Ζήση Σκάρου

«Στ’ ανατολικό κομμάτι του ορίζοντα τώρα η αυγή κοκκίνισε, γαλάζωσε κι έσκασε η χρυσή μπάλα στον κόθρο της γης. Το χωριό, φάτσα στον ήλιο, έλαμψε από χαρά. Τα τζάμια στα παράθυρα γελούσαν. Γελούσε η βρύση, γελούσαν τα βότσαλα. Τα κυπράκια απ’ τη γιδοβίτσα άρχισαν να σημαίνουν, και μόλις η αγέλη κρύφτηκε πίσω από τη ράχη, τα μοσκάρια ξεπόρτισαν απ’ τα κατώγια με χίλια δυο τσαλίμια και φιγούρες στις ρούγες και τα προσήλια. Μια γλυκιά αρμονία ήρθε ν’ απαλύνει και τις πιο δύσκολες καρδιές με το ξεκίνημα της μέρας» (αρμονία εννοεί τις «μελωδίες» των κουδουνιών των ζώων, καθώς ο Σκάρος παρουσιάζει εδώ αυτή την υπέροχη βουκολική του εικόνα).

Για τον λογοτέχνη μας «το χωριό φάτσα στον ήλιο», αλλά και οι θύμισές του για το πρωινό σκάρισμα, τη γιδοβίτσα και τα τσαλίμια των μοσκαριών, όλα αυτά μαζί φανερώνουν την αγάπη του για τις ρίζες του στα Κανάλια των παιδικών του χρόνων. Άλλωστε, έτσι τυχαία δεν προέκυψε το ψευδώνυμό του: Σκάρος σημαίνει «έξοδος του κοπαδιού για βοσκή» Ας θυμηθούμε εδώ τον Κώστα Κρυστάλλη «… και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάει αυτός στον σκάρο…», δηλαδή ο βοσκός θα σκαρίσει τα γιδοπρόβατα.

Ακόμα και η ίδια η βοσκή, αλλά και η κατάλληλη ώρα για βοσκή πάλι σκάρος είναι, σκάρος νοείται. Και η έννοια αυτή του σκάρου εξηγείται επίσης από τον υπέροχο Κώστα Κρυστάλλη «…νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρο γλέντι», δηλαδή να γλεντάει (ο ποιητής) με τα βοσκόπουλα τις ώρες της βοσκής, πάνω στα βοσκοτόπια.

Ο κατά κόσμον Απόστολος Ζήσης

Επομένως, ο λογοτέχνης μας (κατά κόσμον Απόστολος Ζήσης) πήρε μία από τις ρίζες του και την έκαμε λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. Να, γιατί οι ρίζες του Ζήση Σκάρου είναι στα Κανάλια, στις πλαγιές των Αγράφων, στον κάμπο της Καρδίτσας, στα χωράφια, στα τσαΐρια (λιβάδια) και στα κοπάδια. Και είναι ακόμα στις γεωργικές και βουκολικές δραστηριότητες και εικόνες, αλλά και στα ακούσματα, καθώς για τον Σκάρο τα κυπράκια (δηλ. τα κουδουνάκια) της γιδοβίτσας (κοπαδιού γιδιών) και τα κουδούνια των μοσκαριών δίνουν την πιο γλυκιά μελωδία!

Οι ρίζες του ποταμού

Αυτές οι ρίζες του Σκάρου, ποτισμένες από τον ποταμό της γενιάς του και των προγόνων του, αλλά αργότερα και από τον ποταμό των ιδεών του, όπως καρποφορούσαν μέσα του με μία φρενήρη καρποφορία, έδωσαν το τρίτομο αριστούργημά του, με τον ανάλογο μάλιστα τίτλο του έργου αυτού. «Οι ρίζες του ποταμού» το ονομάτισε ο Σκάρος. Και ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Αναδιφώντας στο υπέροχο αυτό έργο του, εμείς οι μεταγενέστεροι γινόμαστε ταπεινοί θαυμαστές του και προσπαθούμε να εμπεδώσουμε το δίκιο του λογοτέχνη για τον τόσο πετυχημένο τίτλο, αλλά προπάντων για το περιεχόμενο του τεράστιου αυτού και σίγουρα ανεπανάληπτου λογοτεχνικού έργου. Είναι ο καρπός του δένδρου – Ζήση Σκάρου, αυτού του δένδρου που πότισε ο ποταμός των εικόνων και των ακουσμάτων από τα πρώτα χρόνια της ζωής του στα Κανάλια και στην Καρδίτσα, στις πλαγιές και στον κάμπο. Μ’ άλλα λόγια, είναι ο ποταμός των βιωμάτων του, αυτός που θέριεψε μέσα στην ψυχή του «το τσαγανό» του για το δικαίωμα στη ζωή κάθε ανθρώπου. Και αργότερα στην κατεβασιά αυτού του ποταμού προστέθηκαν και οι στοχασμοί των ιδεών του Σκάρου. Κι αυτοί οι στοχασμοί του έγιναν αντίσταση στο άδικο, πόλεμος κατά της γερμανικής-ναζιστικής μπότας και αγώνας για ελευθερία στον κάθε πολίτη (αγρότη – εργάτη – αστό, φτωχό ή πλούσιο)·και έγιναν πολλοί μαζί αγώνες για ευνομούμενη πολιτεία και δημοκρατία.

Έτσι κάπως, μ’ όλα τα παραπάνω, προέκυψαν «οι Ρίζες του Ποταμού» του Σκάρου.Είναι οι ρίζες αυτές που έδωσαν το δένδρο του λογοτέχνη που τιμάμε (για πολλοστή μάλιστα φορά), όπως ταιριάζει στη μνήμη του, αναλογικά και με την πλούσια καρποφορία του.

Στέκομαι περισσότερο στο έργο αυτό, καθώς κατά τη γνώμη μου είναι έργο ζωής για τον Σκάρο. Είναι αυτό που οριοθετεί τη μεγάλη του προσφορά στον χώρο της Λογοτεχνίας. Άλλωστε, το έργο «Οι ρίζες του Ποταμού» άρχισε να σχεδιάζεται από τον λογοτέχνη το 1950 (ήταν τότε μόλις 33 ετών και είχε ήδη δώσει αρκετά πρώτα δείγματα του ταλάντου του). Και είναι το έργο που χρειάστηκε περίπου τριάντα (30) χρόνια, για να ολοκληρωθεί στους τρεις τόμους του! (29 χρόνια για την ακρίβεια) Σ’ αυτό το έργο προκύπτει ένα άλλο είδος Λογοτεχνίας• και είναι αυτό που δικαιώνει περίτρανα όσους πίστεψαν ή πιστεύουν πως η Ιστορία είναι το συγκλονιστικότερο μυθιστόρημα.

 

 

 

(function($){ function bsaProResize() { var sid = "11"; var object = $(".bsaProContainer-" + sid + " .bsaProItemInner__img"); var animateThumb = $(".bsaProContainer-" + sid + " .bsaProAnimateThumb"); var innerThumb = $(".bsaProContainer-" + sid + " .bsaProItemInner__thumb"); var parentWidth = "250"; var parentHeight = "250"; var objectWidth = object.width(); if ( objectWidth < parentWidth ) { var scale = objectWidth / parentWidth; if ( objectWidth > 0 && objectWidth != 100 && scale > 0 ) { animateThumb.height(parentHeight * scale); innerThumb.height(parentHeight * scale); object.height(parentHeight * scale); } else { animateThumb.height(parentHeight); innerThumb.height(parentHeight); object.height(parentHeight); } } else { animateThumb.height(parentHeight); innerThumb.height(parentHeight); object.height(parentHeight); } } $(document).ready(function(){ bsaProResize(); $(window).resize(function(){ bsaProResize(); }); }); })(jQuery); (function ($) { var bsaProContainer = $('.bsaProContainer-11'); var number_show_ads = "0"; var number_hide_ads = "0"; if ( number_show_ads > 0 ) { setTimeout(function () { bsaProContainer.fadeIn(); }, number_show_ads * 1000); } if ( number_hide_ads > 0 ) { setTimeout(function () { bsaProContainer.fadeOut(); }, number_hide_ads * 1000); } })(jQuery);

 

 

Facebook Twitter Google Plus